διαθιγή

διαθῐγή, , ([etym.] διαθιγγάνω)
A mutual contact, Leucipp. and Democr. ap. Arist.Metaph.985b15, al.; v.l. [full] διαθηγή, perh. = διάθεσις (cf. θήγη· θήκη, θέσις, τάξις, Hsch.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαθιγῇ — διαθιγή mutual contact fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθιγή — mutual contact fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθιγῆι — διαθιγῇ , διαθιγή mutual contact fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθιγήν — διαθιγή mutual contact fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.